Επεισοδιακή προσγείωση στη Νέα Ιωνία για το αερόστατο “Ουρανία”

Μήνας των πρώτων ιδιωτικών διαστημικών πτήσεων αυτός που διανύουμε, καθώς Ρίτσαρντ Μπράνσον, Τζεφ Μπέζος και Έλον Μάσκ σουλατσάρουν εκτός γήινης ατμόσφαιρας και χαζεύουν τη γη από …μακριά. 131 χρόνια πριν πάντως, η Νέα Ιωνία πρωταγωνίστησε σε μία άλλη παρόμοια πρωτιά. Γιατί πριν τους αστροναύτες η ανθρωπότητα γοητεύτηκε από τους αεροναύτες. Λίγοι ξέρουν ίσως, πως η πρώτη επιτυχημένη πτήση με αερόστατο επί Αθηναϊκού εδάφους προσγειώθηκε το 1890 στη Νέα Ιωνία

Η πρώτη πτήση του αερόστατου “Ουρανία” στην Αθήνα

Τον Απρίλιο του 1890, η Αθήνα αντίκρυσε για πρώτη φορά αερόστατο.
Το έφερε ο ελβετικής καταγωγής Έντουαρντ Σπελτερίνι και του έδωσε μάλιστα και το ελληνικό όνομα “Ουρανία”. Προηγουμένως είχε ταξιδέψει σε διάφορα σημεία της ευρωπαϊκής ηπείρου, κάνοντας επιδείξεις πτήσεων με αερόστατο, ενώ την άνοιξη του 1890 έφτασε και στα Βαλκάνια, επισκεπτόμενος τόσο την – τουρκοκρατούμενη τότε – Θεσσαλονίκη, όσο και την ελεύθερη Ελλάδα.

Έτσι για πρώτη φορά οι κάτοικοι της Αθήνας θα έβλεπαν την ανύψωση ενός αερόστατου και μάλιστα ελάχιστοι θα είχαν και την τύχη να γίνουν οι πρώτοι Έλληνες που είδαν από ψηλά την πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους.
Η πρώτη ανύψωση της “Ουρανίας” έγινε απογευματάκι σε μια μάνδρα απέναντι από την πλατεία Ωδείου, επί της οδού Πειραιώς.

Η περιοχή είχε γεμίσει από κόσμο, καθώς πολλοί είχαν την περιέργεια και ήθελαν να παρακολουθήσουν όλη την προετοιμασία της πτήσης, υπό τους ήχους μουσικής. Απαίδευτοι όμως οι Αθηναίοι σε αερόστατα, κρατούσαν πλάι του αναμμένα τσιγάρα, αγνοώντας τον υπαρκτό κίνδυνο πρόκλησης κάποιας ανάφλεξης. 

Στο αερόστατο ανέβηκαν ο Σπελτερίνι, κάποια Αδέλλα Μαρτέν, η οποία ήρθε από το Κάιρο ειδικά για την ανύψωση και την πτήση του αερόστατου, οι αδερφοί Στέφανος και Αναστάσιος Μεταξάς (ανθυπίλαρχος και μηχανικός του δήμου αντίστοιχα), ο μηχανικός του ναυτικού, Αιμίλιος Προσαλέντης, ο γιατρός Δρακόπουλος και ένας συντάκτης ξένης εφημερίδας της Ανατολής ονόματι Τζέιμς. Οι αδερφοί Μεταξά, ο Προσαλέντης και ο Δρακόπουλος ήταν οι πρώτοι Έλληνες που πέταξαν πάνω από την Αθήνα.

Κόσμος συγκεντρώθηκε να παρακολουθήσει την ανύψωση του αερόστατου στην Αθήνα

Η αεροπόρος σφαίρα κάνει κατάβαση στους Ποδαράδες

Όταν το αερόστατο έφτασε σε ύψος 1000 μέτρων άρχισε το ταξίδι του διερχόμενο πάνω από τη Βάθη και κατευθυνόμενο στα Πατήσια, ενώ κατά τις 7 κατήλθε σ’ έναν από τους λόφους πίσω από το Λυκαβηττό.

Ο Τζέιμς περιέγραψε την εμπειρία του ως εξής:”Μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι οι αεροπόροι δεν είχαν χρόνο να δοκιμάσουν ούτε την ελάχιστη συγκίνηση, γιατί ο καθένας είχε να εκτελέσει το ρόλο του στην αεροπορία: να κρατήσει το σκοινί, να αδειάσει το σάκο του έρματος σε περίπτωση ανάγκης (έρμα ονομαζόταν το πρόσθετο βάρος που τοποθετούταν είτε στα πλοία για να αυξηθεί η ευστάθειά τους είτε στα αερόστατα για να ρυθμίζεται η ανύψωσή τους), ούτως ώστε πριν ακόμη σκεφθούμε ότι βρισκόμαστε μεταξύ ουρανού και γης, ανεβήκαμε σε ύψος 1400 μέτρων. Αλλά από το ύψος εκείνο τι μαγευτικό θέαμα! Τα σπίτια έμοιαζαν με παιχνίδια, οι δε άνθρωποι φαίνονταν σαν μυρμήγκια.
Επί ένα τέταρτο της ώρας, το αερόστατο ακολουθούσε τη διεύθυνση του σιδηροδρόμου Λαυρίου. Μετά, θέλοντας να αλλάξει διεύθυνση, ο κυβερνήτης έριξε ικανό έρμα και η αεροπόρος σφαίρα υψώθηκε ακόμη 400 μέτρα. Εκεί οι αεροναύτες συνάντησαν άλλο ρεύμα αέρα, το οποίο τους έφερε προς το Πεντελικό. Αλλά επειδή το έρμα είχε εξαντληθεί, ενώ ουδείς των επιβατών προσφέρθηκε να πέσει από τη λέμβο για να ελαφρύνει το αερόστατο, αποφασίσθηκε η κατάβαση και ο κυβερνήτης επέλεξε γι’ αυτό μια πεδιάδα κοντά στο Χαλάνδρι: τους Ποδαράδες.
Η δικλείδα ανοίχθηκε, η κατάβαση έγινε πολύ ήρεμα και οι αεροπόροι αποβιβάστηκαν χωρίς να αισθανθούν τον παραμικρό κλονισμό.



Η πτήση του αερόστατου δεν μπορούσε να μείνει ασχολίαστη από τον Γεώργιο Σουρή, ο οποίος φαντάστηκε τον Φασουλέτο του ν’ ανεβαίνει στο αερόστατο. Κάποια εκτενή αποσπάσματα από την εφημερίδα του, Ρωμηός:

Η Γη μου φαίνεται μικρά και διόλου δε μ’ αρέσει

Πετώ καθώς ο Ίκαρος στων ουρανών τους θόλους…αφήνω γεια στους φίλους μου και στους δικούς μου όλους
.Δεν ειμπορώ τα βάσανα του κόσμου να βαστάξω,ως αετός επιθυμώ εις ύψη να πετάξω…
δεν θέλω πλέον, αδελφοί, να μείνω εδώ πέρα,των μετεώρων λαχταρώ τον καθαρόν αέρα.
Η γη μου φαίνεται μικρά και διόλου δεν μ’ αρέσει,δεν ειμπορεί του Φασουλή τας σκέψεις να χωρέσει.
Εις τον αέρα έτρεξα πολλάκις με τον νου,μα τώρα θέλω ν’ ανεβώ ψηλά και με το σώμα,
να πλανηθώ στον γαλανό αιθέρα τ’ ουρανού και σεις να με κοιτάζετε με ανοικτό το στόμα.
Απηύδησα εις τ’ αγαθά του κόσμου εντρυφώνκαι των Ελλήνων να υμνώ το κλέος το παντοίον…
θέλω να γίνω κύριος προς ώραν των νεφών,εις ρεύματα ν’ αφήνομαι ανέμων εναντίων
τον σμερδαλέον (=φοβερό) κεραυνόν από κοντά ν’ ακούσω,και όλο το Ρωμαίικο πατόκορφα να λούσω.
Εμπρός, εμπρός.. ο Φασουλής τα πάντα φασκελώνεικι επάνω εις τα σύννεφα τραβά με το μπαλόνι.
Αδέλφια, συχωράτε τον και ο θεός σχωρέσοι, διότι ενδεχόμενον ο δυστυχής να πέσει,
κι ενώ ταχύς διέρχεται τους ουρανίους δρόμουςνα ευρεθεί στων Αθηνών τας νέας υπονόμους.
Εκείνος που ελεύθερος εις τους αέρας τρέχει σας βεβαιώνω πως ζωής ασφάλεια δεν έχει.
Ενώ προς τ’ άστρα φέρεται με σώμα και με πνεύμα τον παρασύρει έξαφνα σφοδρών αέρων ρεύμα,
ή στα καλά καθούμενα παίρνει φωτιά το γκάζι κι ανάποδα κατρακυλά κι ο κόσμος κάνει χάζι..
Σας χαιρετώ από  ψηλά με κάτασπρο μαντήλι…ο ουρανός τριγύρω μου γυρίζει σαν σφοντύλι,
ως κόκκος τις συνάπεως μου φαίνεται η σφαίρα…τι διάβολο μου κάπνισε ν’ ανέβω στον αέρα;
Ξεμυαλισμένε Φασουλή, που πέταξες στα ύψη,με λύπη μου παρατηρώ πως τώρα θα σου στρίψει.
Ιδού! πετώ ακράτητος… ριγώ… τα κακαρώνω…ε! σεις από τον Σείριο, ε! σεις από τον Κρόνο,
πώς είσθε στην υγείαν σας;…. εμείς πολύ καλά…η του Τρικούπη προκοπή μας πήρε τα μυαλά…
μ’ εμπούχτισε η πρόοδος, η δόξα και η πάστρα,και τώρα έρχομαι κι εγώ να κουτουλήσω τ’ άστρα.
Ω κάτοικοι αόρατοι των φωτεινών αστέρων,ιδέτε με ως Ίκαρον επάνω των αέρων,
και σας θα κατακτήσωμεν με τους σιδηροδρόμους και θα σας κυβερνήσωμεν με τους δικούς μας νόμους.
……..