e-neaionia

Κασσιανή: Η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή και η ιστορία της

Κασσιανή: Η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή. H ιστορία της έχει τη γοητεία της ηρωΐδας, που υποκύπτει στην ανθρώπινη φύση! Ακριβώς όπως η Εύα κι η Μαγδαληνή. Όλες παρεξηγημένες. Γυναίκες, θνητές κι ανθρώπινες που υφίστανται την ιστορική τους ταπείνωση ανά τους αιώνες. Αιτία: η αγάπη τους για τον καρπό της γνώσης και η δίψα τους για ζωή.

Την ιστορία της Κασσιανής την κληρονόμησα. Ένα από εκείνα τα κιτρινισμένα βιβλία που φύλαξε η γιαγιά για την εγγονή της.  Η γλώσσα της είναι παράξενη, αταίριαστη σχεδόν με την εποχή αλλά η υπόθεση συναρπαστική. Σαν παραμύθι γραμμένο σε άλλη εποχή.

Η πρωταγωνίστριά του διαφέρει από τα πρότυπα της Εκκλησίας. Δεν είναι χαμηλοβλεπούσα, δεν είναι “υπεράνθρωπος” και δεν βολεύεται στους ρόλους της εποχής της. Η Κασσιανή, είναι επαναστάτρια. Ξεσηκώνεται και ξεσηκώνει, ερωτεύεται, παθιάζεται και κλυδωνίζει το θρόνο του Βυζαντίου με το γινάτι της. Τέτοιας λογής άνθρωπος!!! Πληθωρικός.

Σε μία εποχή που οι γυναίκες δε σηκώνουν καν το βλέμμα απ’ τα πατώματα. Εκείνη κοιτάζει κατάματα με θάρρος τον Βασιλιά και του λέει αυτό ακριβώς που σκέφτεται για τις ταξικές και τις έμφυλες διακρίσεις.

Η ιστορία της Κασσιανής και ο θρόνος του Βυζαντίου

Η ιστορία της Κασσιανής εκτυλίσσεται το έτος 830 μ.Χ. Η Βασίλισσα Ευφροσύνη, μητριά του Θεόφιλου, που θα κληρονομούσε τον βασιλικό θρόνο του Βυζαντίου,  αποφασίζει να τον παντρέψει με ένα παράξενο τελετουργικό. Στέλνει εντολή σε όλες τις διοικητικές περιφέρειες της αυτοκρατορίας, ζητώντας να συγκεντρωθούν οι ωραιότερες κοπέλες και να παρουσιαστούν στο παλάτι. Ένα είδος καλλιστείων (προάγγελος των σημερινών) όπου συνδοξαζόταν η ομορφιά και η γνώση.
Παρ’ όλο που τελικά το κρυφό κριτήριο της πρόκρισης έμελλε να είναι η σύνεση και η διάθεση για υποταγή. Στα προκριμματικά της τελετουργίας η Ευφροσύνη κατάφερε να καταλήξει σε 12 κοπέλες.

Αρχοντοπούλες όλες τους, όμορφες και μορφωμένες για τα δεδομένα της εποχής. Ανάμεσα τους ξεχώριζαν δύο: η Κασσιανή, κόρη εξαίσιας ομορφιάς, η οποία καταγόταν από οικογένεια ευπατρίδων του Βυζαντίου και η επίσης αρχόντισσα Θεοδώρα, αδερφή διακεκριμένου στρατηλάτη του Βυζαντινού Θρόνου.

Η ιστορία της Κασσιανής και ο λόγος που έγραψε το τροπάριο, που ψάλλεται τη Μεγάλη Τρίτη

Ο διάδοχος του θρόνου Θεόφιλος, για τον οποίο γίνεται το νυφοπάζαρο, παραμένει αμέτοχος της διαδικασίας, σχεδόν αδιάφορος. Μέχρι που έρχεται η μέρα της τελικής επιλογής. Το παλάτι στολίζεται για την τελετή και οι εκλεκτές φτάνουν η μία μετά την άλλη.

Ο Θεόφιλος αδιάφορος και πάλι περιδιαβαίνει τους κήπους. Ώσπου, το βλέμμα του συναντά την Κασσιανή. Έρως ανίκατε μάχαν... Εκατέρωθεν και κεραυνοβόλα. Μία ματιά αρκεί και ο Θεόφιλος αποκτά νέο ενδιαφέρον για τη διαδικασία επιλογής της συζύγου του. Σπεύδει αμέσως να πληροφορηθεί ποιά είναι η Κασσιανή και μέσα του ξέρει ήδη ότι έχει διαλέξει σύζυγο. Και η Κασσιανή παραδόξως, από διαίσθηση την ώρα που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους την ίδια ακριβώς βεβαιότητα ένοιωσε.

Η Κασσιανή, η Εύα, ο Παράδεισος και το Χρυσό Μήλο

Πριν την έναρξη της τελετής η Ευφροσύνη έχει κι άλλες φαεινές ιδέες. Ένα χρυσό μήλο! Το δίνει στο Θεόφιλο, για να το παραδώσει σαν πρόκριμα στα χέρια της εκλεκτής του. Αλλά τον προτρέπει να φερθεί συνετά. Να μη βιαστεί και να δει πρώτα όλες τις υποψήφιες. Να κάνει ερωτήσεις, να ακούσει απαντήσεις κι ακόμα κι αν έχει κάνει την επιλογή του, να μη φανεί διόλου και δυσαρεστηθούν οι οικογένειες των ευγενών του Βυζαντίου.

Όπερ και εγένετο. O πορφυρογέννητος βρίσκεται με το μήλο στα χέρια να προχωρά ανάμεσα από τις φιναλίστ. Ο ίδιος μπαίνει στον πειρασμό συχνά να επιταχύνει το βήμα για να φτάσει κοντά στην Κασσιανή. Αλλά η σύνεση νικά.

Βαδίζει αργά, κοιτάζει, θαυμάζει, πισωγυρνά και κάποτε φτάνει επιτέλους μπροστά της. Έτοιμος να της προσφέρει το μήλο. Τι συμβολισμός!! Ακριβώς όπως έχασε η Εύα τον Παράδεισο, έτσι θα τον χάσει και η Κασσιανή. Για ένα μήλο.

Εικονογράφηση της στιγμής που ο Θεόφιλος τείνει το μήλο στην Κασσιανή

Στέκεται μπροστά της και ενώ την κοιτάζει με θαυμασμό, ξαφνικά ο εγωισμός του βασιλόπαιδου ξυπνά μέσα του. Και του άντρα. Το ευθύ και αγέρωχο βλέμμα της Κασσιανής, τον κάνει να θέλει να αναδειχτεί κυρίαρχος. Και τότε απρόσμενα της λέει: “Εκ γυναικός ερρύη τα φαύλα” (Δηλαδή “Από την γυναίκα προέρχονται τα χειρότερα”, εννοώντας την Εύα). Ταυτόχρονα όμως απλώνει το χέρι του για να της δώσει το περιβόητο χρυσό μήλο.

Η Κασσιανή μένει να παλεύει με την ανάγκη να υπερασπιστεί την γυναικεία της υπόσταση ή να σιωπήσει και να αποδεχτεί στέμμα και έρωτα. Τελικά δεν τα χάνει όμως. Και δίνει μια απάντηση, “καμπάνα φεμινισμού” και θεολογίας συνάμα, που πάγωνει την ατμόσφαιρα: “Αλλά και διά γυναικός πηγάζει τά κρείττω“, (Δηλαδή: “Αλλά και από τη γυναίκα προέρχονται τα καλύτερα” εννοώντας την Παναγία).

Ο Θεόφιλος διαπιστώνοντας το θάρρος και την ευστροφία της προς στιγμήν ένοιωσε περήφανος για την επιλογή του. Σύντομα όμως κατάλαβε από τους ψιθύρους στην αίθουσα ότι η στάση της Κασσιανής θεωρήθηκε ανυπακοή από την ομήγυρη και όλοι περίμεναν να αντιδράσει ανάλογα. Με την αμηχανία της στιγμής λοιπόν, απέσυρε το μήλο -που της έτεινε μέχρι εκείνη την στιγμή- και το έδωσε στην αμέσως επόμενη υποψήφια. Την σιωπηλή και χαμηλοβλεπούσα Θεοδώρα.

Το Τροπάριο της Κασσιανής και η παρέμβαση του Θεόφιλου

Η Κασσιανή, πέφτοντας θύμα του ταμπεραμέντου της, είχε χάσει οριστικά το θρόνο. Αλλά ταυτόχρονα είχε κερδίσει την καρδιά του Θεόφιλου. Πολλοί αγνοούν ότι οι δυό τους έζησαν αρκετές νύχτες πάθους (έτσι επιμένει το βιβλίο της γιαγιάς μου) προτού η “εν πολλαίς αμαρτίας περιπεσούσα γυνή” καταλήξει στο Μοναστήρι.

Εκεί η Κασσιανή δέχτηκε τουλάχιστον μία φορά την επίσκεψη του αγαπημένου της. Ο μύθος λέει ότι κρύφτηκε ακούγοντας τα βήματα του να πλησιάζουν στο κελί της. Ήταν τότε που συνέθεσε το ιδιόμελο της. Το κείμενο βρισκόταν στο αναλόγιο μισοτελειωμένο, ως τη φράση : “ών (ποδών) έν τώ παραδείσω Εύα το δειλινόν”.

Ο Θεόφιλος διάβασε το τροπάριο, αναγνώρισε το ύφος της Κασσιανής, και θέλησε να αφήσει για άλλη μία φορά το “σημάδι” του. Πήρε τη γραφίδα και συμπλήρωσε τη φράση “κρότων τοίς ωσίν ηχηθείσα τώ φόβω εκρύβη”, κάνοντας έτσι υπαινιγμό στο φόβο που αυτή ένιωσε, όταν άκουσε τον θόρυβο των βημάτων του. Όταν ο Θεόφιλος έφυγε, η Κασσιανή γύρισε στο κελί της και με έκπληξη είδε την επέμβαση του . Χωρίς όμως να απαλείψει τη φράση, συνέχισε και ολοκλήρωσε τον ύμνο της. Αυτόν,  που μελοποιήθηκε αρχικά το 18ο αιώνα από το συνθέτη Πέτρο Λαµπαδάριο και τόσες γενιές πιστών ψάλλουν ακόμη τη Μεγάλη Τρίτη στις εκκλησιές τους.

Mαριάννα Kορνάρου