Κάλαντα του Λαζάρου

Σάββατο του Λαζάρου: Τα ξεχασμένα κάλαντα, οι Λαζαρίνες και τα ζυμωτά

Σάββατο του Λαζάρου και λίγοι πια έχουν την ευκαιρία να ακούσουν ή και να ψάλλουν τα κάλαντα του Λαζάρου, που παλιότερα αντηχούσαν τέτοια μέρα σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.

Το στιχούργημα και το τραγούδισμά του ήταν καθαρά γυναικεία υπόθεση, καθώς το έλεγαν πόρτα- πόρτα οι Λαζαρίνες, κοριτσόπουλα δηλαδή, σε κάθε γειτονιά της Αθήνας και στην ελληνική Περιφέρεια.

Την παραμονή της γιορτής, οι Λαζαρίνες ξεχύνονταν σε αγρούς και χωράφια για να μαζέψουν λουλούδια που με αυτά θα στόλιζαν το καλαθάκι τους για να πουν τα Κάλαντα του Λαζάρου.

Σε πολύ λίγες περιοχές της χώρας τραγουδιούνται ακόμα σήμερα τα Λαζαριάτικα κάλαντα. Τα λόγια του τραγουδιού άλλοτε αναφέρονται στην ανάσταση του Λαζάρου και άλλοτε πάλι αποτελούν παινέματα προσώπων προσφιλών στις καλαντάρισσες.

Σάββατο του Λαζάρου: Η «Έγερση» του «αγέλαστου» Λάζαρου

Ο φόβος και ο τρόμος για όσα γνώρισε στον άλλο κόσμο άφησαν τόσο βαθιά σημάδια στην ψυχή του Λάζαρου που, λέει η παράδοση, μετά την Ανάσταση του δε γέλασε παρά μόνο μια φορά.
Είδε κάποιον χωρικό στο παζάρι να κλέβει μια στάμνα και να φεύγει κρυφά.
«Βρε τον ταλαίπωρο, είπε. Για ιδές τον πώς φεύγει με το κλεμμένο σταμνί.
Ξεχνάει ότι κι αυτός είναι ένα κομμάτι χώμα, όπως και το σταμνί. Το ‘να χώμα κλέβει τ’ άλλο. Μα δεν είναι να γελούν οι πικραμένοι;» είπε και χαμογέλασε μία και μόνη φορά μετά την Ανάστασή του, κατά την δοξασία.

Στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας για να απεικονίσουν την Ανάσταση του Λάζαρου, να συμβολίσουν δηλαδή τη Νίκη του Χριστού απέναντι στο θάνατο, αλλά παράλληλα και για να υποδηλώσουν την ανάσταση της φύσης, έφτιαχναν ένα ομοίωμα του Λάζαρου.

Τα Κάλαντα του Λαζάρου

Σήμερον έρχεται ο Χριστός
ο επουράνιος θεός.
Εν τη πόλει Βηθανία
Μάρθα κλαίει και Μαρία.
Λάζαρο τον αδελφό της
τον γλυκύ και καρδιακόν της.
Τον μοιρολογούν και λένε
τον μοιρολογούν και κλαίνε.
Τρεις ημέρες τον θρηνούσαν
και τον εμοιρολογούσαν
Και τη μέρα την Τετάρτη
κίνησε ο Χριστός για να ‘ρθει.
Τότε εβγήκε η Μαρία
έξω από τη Βηθανία
και εμπρός του γονατίζει
και τα πόδια του φιλεί.
-Αν εδώ ήσουν, Χριστέ μου
δεν θα πέθαιν’ ο αδελφός μου.
Μα και πάλιν εγώ πιστεύω
και καλότατα ηξεύρω
ότι δύνασαι αν θελήσεις
και νεκρούς να αναστήσεις.
Τότε ο Χριστός δακρύζει
και τον Άδη φοβερίζει.!
Δεύρο έξω Λάζαρέ μου
φίλε και αγαπητέ μου.
Παρευθύς επελυτρώθη
ανεστήθη κι εσηκώθη
Τότε τον Θεόν δοξάζουν
και τον Λάζαρο εξετάζουν.
-Πες μας, Λάζαρε, τι είδες
εις τον Άδην απού πήγες;
-Είδα φόβους, είδα τρόμους,
είδα βάσανα και πόνους,
Δώστε μου νερό λιγάκι
να ξεπλύνω το φαρμάκι
της καρδιάς και των χειλέων
και μην μ’ ερωτάτε πλέον.

Στην Κύπρο συναντάμε το έθιμο της αναπαράστασης, στην αρχαιότερη μορφή του. Ο θεός πεθαίνει στην ακμή της νιότης του και αμέσως ανασταίνεται, όπως ο Άδωνης στους αρχαίους Έλληνες. Έντυναν ένα παιδί με κίτρινα λουλούδια, έτσι ώστε ούτε το πρόσωπο του δε φαινόταν. Σε κάθε σπίτι που πήγαιναν, όταν άρχιζαν τα άλλα παιδιά να τραγουδούν, ξάπλωνε και υποκρινόταν το νεκρό, όταν όμως έλεγαν το «Λάζαρε δεύρο έξω» σηκωνόταν.
 

Τα Λαζαράκια, ζυμωτά κουλούρια για το Σάββατο του Λαζάρου

Για την ψυχή του Λάζαρου οι γυναίκες ζύμωναν ειδικά κουλούρια που τα έλεγαν Λαζαράκια