Βασίλης Παπακωνσταντίνου: Από το Cine Ιωνία και τη Νέα Φιλαδέλφεια – Μισός αιώνας τραγούδια

Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου συμπλήρωσε μισό αιώνα στην μουσική και το γιόρτασε το περσινό καλοκαίρι στο Καλλιμάρμαρο. Ο ίδιος λέει όλο και συχνότερα ότι πήρε το βάφτισμα στο χειροκρότημα εδώ, στα μέρη μας, στο Cine Iωνία. Η ιστορία έχει όλα τα χαρακτηριστικά του αφηγήματος που “έμελλε να συμβεί”.
Εργατικές πολυκατοικίες στου Βλάχου. Σύνορα Νέας Ιωνίας με Φιλαδέλφεια. Ο Βασίλης αφηγείται:

Βασίλης Παπακωνσταντίνου: Από το Cine Ιωνία ως την "Κοινή Ησυχία"

Τα πρώτα μου ακούσματα ήταν από την μουσική της φύσης, οι βοριάδες, το θρόισμα, οι βροντές, η βροχή και πάνω απ’ όλα τα πουλιά. Όλα αυτά στο χωριό που γεννήθηκα. Το λένε Βάστα Αρκαδίας γιατί επί τουρκοκρατίας το καίγανε συνέχεια και το ξαναχτίζανε. Έτσι, λέγανε συνέχεια «βάστα κατακαημένο, βάστα». Όπως λέμε «κράτα ρε φίλε γερά».

Κάθε σπίτι είχε και έναν ξενιτεμένο που έστελνε γράμματα και δέματα. Κάθε Τετάρτη που ερχόταν ο ταχυδρόμος και μοίραζε αλληλογραφία στο καφενείο του χωριού γινότανε συνωστισμός. Εκεί βρήκα την ευκαιρία να ικανοποιήσω την «ψωνάρα» που είχα από μικρός.

Πήγαινα όπου έβλεπα κόσμο, ανέβαινα σε ένα τραπέζι και τους έλεγα αστεία ποιήματα, με μεγάλη δόση αυτοαναίρεσης. Έλεγα ξέρω γω «ανέβηκα σε ένα βουνό και είδα ένα γουρούνι. Το κοίταξα καλά καλά και μου έμοιαζε στη μούρη». Ο κόσμος ευχαριστιόταν, μου έδινε λουκούμια και καραμέλες. Μια μέρα, ανέβηκα να τραγουδήσω σε ένα δέντρο, έπεσα και λιποθύμησα. Η αδερφή μου νόμιζε ότι πέθανα, αλλά ξύπνησα. Μόνο στα κεραμίδια δεν ανέβηκα γιατί δεν είχα πρόσβαση. 

Βασίλης Παπακωνσταντίνου: Από το Cine Ιωνία ως την "Κοινή Ησυχία"

Το χωριό δεν είχε γυμνάσιο και όποιος τελείωνε το δημοτικό έπρεπε να πάει στην Μεγαλόπολη που ήταν τέσσερις ώρες ποδαρόδρομος! Όταν έφτασε η στιγμή να πάνε γυμνάσιο τα αδέλφια μου που ήταν μεγαλύτερα, ο πατέρας μου αποφάσισε-και καλά έκανε- να έρθουμε οικογενειακώς στην Αθήνα. Μέναμε στην σημερινή Αγία Παρασκευή που τότε ήταν όλο χωράφια. Εκεί υπήρχε μια βίλα μιας οικονομικά ξεπεσμένης αστικής οικογένειας που μας νοίκιασε το σπιτάκι του κηπουρού που ήταν και πλυσταριό. Ένα μικρό δωμάτιο με μια γκαζιέρα κάτω από το τραπέζι.

Κάποια στιγμή πήγαμε στις εργατικές κατοικίες της Νέας Φιλαδέλφειας. Εκεί γύρω στα 13-14 μου, εισέβαλλαν στη ζωή μου οι Beatles, οι Rolling Stones, οι Animals. Κάθε γειτονιά είχε και το δικό της συγκρότημα. Εγώ ανέλαβα να φτιάξω αυτό της δικής μας. Έμαθα να παίζω με δανεική κιθάρα από τον φίλο Κώστα Παναγόπουλο, που έμενε κάτω από εμάς. Ονομάσαμε το συγκρότημα Crosswords. Στα 16-17 κάναμε την πρώτη μας συναυλία.

Βασίλης Παπακωνσταντίνου: Στο Σινέ Ιωνία φάγαμε το πρώτο χειροκρότημα

Οι εργατικές κατοικίες της Νέας Φιλαδέλφειας, του Βλάχου που λέμε, χωρίζονται από τη Νέα Ιωνία με ένα ρέμα που για εμάς ήταν τόπος παιχνιδιού. Παίζαμε με τα βρώμικα νερά από τα απόβλητα των εργοστασίων. Κάναμε λοιπόν την συναυλία στο Σινέ Ιωνία και «φάγαμε» το πρώτο μας χειροκρότημα, ήρθαν όλες οι εργατικές κατοικίες να μας στηρίξουν. Μετά από αυτό, το «μικρόβιο» θέριεψε.

Βασίλης Παπακωνσταντίνου: Από το Cine Ιωνία ως την "Κοινή Ησυχία"

Σαφώς και ζηλεύαμε τα συγκροτήματα που ήταν διάσημα, αλλά δεν πιστεύαμε ότι θα τα καταφέρναμε. Απλά, παίζαμε την μουσική που μας άρεσε, ακούγοντας Deep Purple, Jethro Tull, Rolling Stones.

Αυτό κράτησε μερικά χρονάκια, ώσπου ένας γείτονάς μου που ήξερε ότι ασχολούμαι με την μουσική, μου έδωσε να ακούσω το Φορτηγό του Σαββόπουλου. Ήταν η πρώτη φορά που άκουσα ποίηση της εποχής. Μέχρι τότε τραγουδούσα «αγγλικά Πελοποννήσου». Ούτε που ήξερα τι έλεγα. Ακόμα και τώρα ελάχιστα αγγλικά γνωρίζω. Με το γκρουπ παίζαμε και γαλλικά και ιταλικά. Παίζαμε από όλες τις γλώσσες. Αν είσαι από την Πελοπόννησο, τις μιλάς όλες τέλεια.

Τα Σαββατόβραδα και τα κυριακάτικα απογεύματα παίζαμε σε ένα κλαμπ της Νέας Φιλαδέλφειας. Πολύς κόσμος! Μια Κυριακή απόγευμα ήρθε και ένα άλλο συγκρότημα να παίξουμε, αυτό του Λάκη με τα ψηλά ρεβέρ.

Παίζαμε συνήθως σε ντισκοτέκ της εποχής γιατί επειδή τα συγκροτήματα ήταν σε έξαρση, βάζανε μερικά να παίζουν. Έχω παίξει σε πάρα πολλά τέτοια μέχρι τα 19 μου. Συνήθως έμπαινε μέσα το μεικτό, αστυνομία μαζί με υγειονομικό. Απαγορευόταν η είσοδος σε όσους ήταν κάτω των 18. Εγώ όχι μόνο έμπαινα, αλλά τραγουδούσα κιόλας. Είχαμε τσιλιαδόρο και μόλις μας φώναζε «έρχονται», εγώ την έκανα για τις τουαλέτες!

Βασίλης Παπακωνσταντίνου: Από το Cine Ιωνία ως την "Κοινή Ησυχία"

Τότε υπήρχε στη Φιλοθέη ένα κλαμπ που λεγότανε Πράσινη Γωνιά. Εκεί έπαιζε ίσως το πιο αξιόλογο συγκρότημα που έχω ακούσει ποτέ στην Ελλάδα, οι Φοίνικες. Αρχηγός τους ήταν ο Κώστας Γανωσέλλης, ο μετέπειτα ενορχηστρωτής των κομματιών μου. Ήταν και κάποιος που τραγουδούσε νέο κύμα. Μέσα από συναδέλφους έμαθα ότι έφυγε φαντάρος και πήγα να ζητήσω δουλειά. Με άκουσε ο Γανωσέλλης και του άρεσα. Τραγουδούσα νέο κύμα, με μια κιθάρα της κακιάς ώρας. Συγχρόνως τραγουδούσα και στην Ελληνίδα, το μαγαζί όπου ήμουν με τον Λάκη Παπαδόπουλο.

Έφευγα για να πάω από την Φιλαδέλφεια στην Φιλοθέη, μέσα στο καταχείμωνο με ένα ποδήλατο και με την κιθάρα στην πλάτη. Μια φορά θυμάμαι γλίστρησα στις γραμμές του τρένου που υπήρχαν εκεί για την γραμμή που πήγαινε στο Λαύριο και χτύπησα αρκετά.

Έτυχε να με ακούσουν στην Πράσινη Γωνιά κάποιοι που έκαναν λαϊκό πρόγραμμα και μου είπαν να παω στην Πλάκα. Πήγα στις Εσπερίδες και βρήκα τον Γιάννη Αργύρη. Με άκουσε και με βρήκε πολύ καλό. Προερχόμενος όμως από την ροκ, φώναζα πολύ και μου έλεγε «Κατέβα! Τι φωνάζεις ρε, μανάβης είσαι;». Οπότε πήγα σε μια άλλη μπουάτ δίπλα, την Ξαστεριά και μετά φαντάρος.

Παρέα με το Μητροπάνο – Η ιστορία για το μουλάρι και το τανκ

Η θητεία κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ήταν ότι χειρότερο. Κάθε ηλιοβασίλεμα έκλαιγα, ενώ άλλες φορές γελούσα με την γελοιότητά μας. Εκπαιδεύτηκα στα τεθωρακισμένα, παρέα με τον Μητροπάνο. Εκείνος ήταν από αναβολή. Γνωριστήκαμε γιατί παίξαμε και τραγουδήσαμε παρέα στην ορκωμοσία.

Βασίλης Παπακωνσταντίνου: Από το Cine Ιωνία ως την "Κοινή Ησυχία"

Στην αρχή με ρωτήσανε τι γνώριζα να κάνω και τους είπα ότι παίζω όλα τα έγχορδα, τύμπανα και τραγουδάω. Με δοκιμάσανε και είπαν «εσύ είσαι κατευθείαν για την λέσχη αξιωματικών, στην Αθήνα». Όταν όμως είδαν ότι τα μητρώα μας ήταν κόκκινα, εμένα με έκαναν οδηγό άρματος και τον Μητροπάνο μουλαρά. Εμένα μου χρεώσανε ένα τανκ και εκείνου ένα μουλάρι.

Αργότερα που συναντιόμασταν καμιά φορά, μου έλεγε «Εγώ το μουλάρι το έχω αγαπήσει». Εγώ πάλι, δεν τα πήγαινα πολύ καλά με το τανκ, παρά μόνο κάποιες φορές που μαζευόμασταν εκεί μέσα με φίλους, τρώγαμε και καπνίζαμε. Το είχαμε κάνει φωλιά.

Όσο ήμουν φαντάρος, τα δισκοπωλεία της Αθήνας αποφάσισαν ότι, αντί να πληρώνουν τις δισκογραφικές, θα ήταν καλύτερα να κάνουν δικές τους εταιρίες. Από έναν φίλο έμαθα ότι έψαχναν καινούριους. Με στείλανε στον Βασίλη Αρχιτεκτονίδη. Σπουδαίος δάσκαλος και συνθέτης! Έκανα πρόβες τέσσερα τραγούδια. Και πήρα άδεια από τον στρατό για να πάω να τραγουδήσω.

Βασίλης Παπακωνσταντίνου: Από το Cine Ιωνία ως την "Κοινή Ησυχία"

Είχα φάει και κάτι φάπες στον στρατό… Νοίκιαζα τότε ένα σπίτι μαζί με κάτι άλλους φίλους φαντάρους, αλλά αυτό απαγορευόταν. Μας πήρανε χαμπάρι και μας παρακολουθούσαν οι εσατζήδες. Μπήκανε στο σπίτι και έκαναν έρευνα. Βρήκαν ένα μαγνητοφωνάκι μου με ταινίες και ακούσανε ένα τραγουδάκι που έλεγε «τέσσερις στρατηγοί κινάν και παν για πόλεμο στο μακρινό το Ιράν. Ο πρώτος από πόλεμο δεν κάτεχε, ο δεύτερος στις κακουχίες δεν άντεχε, ο τρίτος ήταν υποκείμενο γελοίο και ο τέταρτος φοβότανε το κρύο». Όταν με συνέλαβαν και τους είπα ότι ήταν κομμάτι του Χατζιδάκι, μου είπε ο αξιωματικός με τη γνωστή φωνή του καραβανά: «Ρε άιντε από ‘κει που είναι του Χατζιδάκι». Δεν μπορούσαν να το πιστέψουν.

Όλοι αυτοί οι συνθέτες, σαν τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι, τον Λοΐζο, τον Μούτση, τον Σπανό, κουβάλαγαν στις πλάτες τους μια απίστευτη κουλτούρα. Ερευνούσαν και ενδιαφέρονταν για τον κόσμο. Δεν έγραφαν για να κάνουν επιτυχίες. Ήταν ανάγκη έκφρασης για αυτούς. Αλλιώς θα πνίγονταν λόγω ευαισθησίας. Δημιουργούσαν χωρίς να ξέρουν αν θα γίνει ποτέ δίσκος αυτό που έγραφαν και έκαναν αριστουργήματα.

Όταν δεν υπήρχε τηλεόραση και το ραδιόφωνο ήταν ελάχιστο, ο κόσμος διάβαζε πολύ, μορφωνόταν και γεννούσε παιδιά. Αυτό θυμάμαι από τότε. Πηγή

Από τη Νέα Ιωνία ως την “Κοινή Ησυχία”

Την Άνοιξη του 2022, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου έκανε “κοινή ησυχία”. Μία σχεδόν προφητική παράσταση με τον Οδυσσέα Ιωάννου, καθώς για περίπου δύο χρόνια ολόκληρη η ελληνική -και όχι μόνο – κοινωνία βυθίστηκε σε μια υποχρεωτική «κοινή ησυχία». Η παράσταση συνάντησε ενθουσιώδη υποδοχή από τον κοινό, στο Θέατρο ΔΙΑΝΑ.

Βασίλης Παπακωνσταντίνου: Από το Cine Ιωνία ως την "Κοινή Ησυχία"

Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και ο Οδυσσέας Ιωάννου, στην «Κοινή Ησυχία» είχαν ως θέμα το όνειρο. «Δεν ονειρευόμαστε κάτι για να γίνει, ονειρευόμαστε για να κοιτάμε ψηλά!» Συνοδοιπόρος τους ήταν η Ελένη Ράντου (πρώτη της σκηνοθεσία στο θέατρο), και οι ηθοποιοί Σοφία Πανάγου και  Δημήτρης Καπετανάκος

Στην πρώτη του θεατρική συνάντηση με την Ελένη Ράντου, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ερμήνευσε σπουδαία τραγούδια, κάποια από το προσωπικό του ρεπερτόριο και άλλα από την ακριβή κληρονομιά του ελληνικού τραγουδιού, ενώ το κείμενο του Οδυσσέα Ιωάννου ήταν ένα ταξίδι στα χαμένα μας όνειρα, τις ματαιωμένες προσδοκίες μας.

Η όμορφη αυτή παράσταση είχε μία προτροπή, που ταιριάζει απόλυτα στο μουσικό στίγμα των συντελεστών της: «να αρχίσουμε ξανά να λέμε πιο όμορφα πράγματα», να ξεφύγουμε από την «Κοινή ησυχία» και να συνεχίσουμε…

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: